Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Το παγκάκι


  Καμιά φορά νιώθω δυστυχισμένος.Με την κατάσταση σήμερα, με τα δικά μου, με διάφορα.Μετά κοιτάω τους κουστουμαρισμένους τύπους να περπατούν βιαστικοί με τους χαρτοφύλακές τους στην Ακαδημίας και παίρνω λίγο θάρρος.Βλέπω πως δεν θέλω να εξελιχθεί η ζωή μου, και ακριβώς για τον λόγο αυτό σκάω ένα χαμόγελο.Ξέρω πως δεν θέλω να τους μοιάσω.Θα σηκώσουν το βλέμμα τους μόνο για να σε κοιτάξουν στραβά, χωρίς να τους ενοχλεί κάτι συγκεκριμένο πάνω σου, ίσως από κεκτημένη ταχύτητα.



  Και δεν είναι μόνο αυτοί, όλοι βιάζονται, οι φοιτητές,οι εργαζόμενοι, οι περαστικοί.Σαν να μην θέλουν να έχουν γύρω τους άλλους ανθρώπους.Ξένους, όχι στην καταγωγή ούτε στο χρώμα.Νιώθεις χαμένος μέσα σε ένα συνεχές μοτίβο.Εγκλωβισμένος μαζί με ανθρώπους που προσπερνούν τα πάντα.Άμα ήταν εξάλλου στο χέρι του Έλληνα, ο καθένας θα έμενε στο ιδιωτικό του νησί με τη χλιδή του και θα έβλεπε άνθρωπο μόνο για καφέ και για μπουζούκια.Και θέλεις να πεις μια κουβέντα με κάποιον για λίγο στο παγκάκι και δεν προσφέρεται κανείς.Όλοι κοιτάνε την δουλειά τους.
  Απομακρύνονται από αυτό που αγνοούν και από αυτό που φοβούνται να αντιμετωπίσουν.Την επαφή με τον άνθρωπο.Και αυτό βαφτίζουν ξένο.Γενικότερα η κοινωνία απομονώνεται και σε μαθαίνει να φοβάσαι.Όχι απαραίτητα τον αλλοδαπό.Και ο Άγγλος και ο Ελβετός από ξένη χώρα κατάγονται αλλά σε έμαθαν να τον θαυμάζεις.Και σε αυτόν που κινείται μέσα στα όρια που σε δίδαξαν να θεωρείς ανεκτά δεν θα επικεντρωθείς, απλά θα τον προσπεράσεις, γιατί και εκείνον τον φοβάσαι, φοβάσαι όμως μη τυχόν δει την γύμνια σου.Και εσύ την δική του.
  Τελικά δεν στρέφεσαι ενάντια στον αλλοδαπό, μα τον φτωχό, αυτόν που η ζωή δεν του επιφύλασσε τίποτα, πέρα από θλίψη και ανέχεια.Και εσένα θλίψη σου επιφύλασσε, μα σου πέταξαν και κάποια κόκαλα να παίζεις, να ξεχνιέσαι.Μια δουλίτσα, ψευτοπροβλήματα, δάνεια και αμάξια.Αυτός είναι ο κλέφτης για σένα, ο εγκληματίας, αυτός που σου παίρνει το παγκάκι.Γιατί αυτό είναι εύκολο.Το κατηγορώ.Στην ουσία δεν φοβάσαι αυτόν, φοβάσαι την απάθεια σου, που επιτρέπει αυτή την παθογένεια. Την αδιαφορία σου που δίπλα σου υπάρχουν άνθρωποι χωρίς σπίτι, χωρίς ψωμί, χωρίς ρούχα.Στην Ευρώπη.Στην προχωρημένη λαμπερή σου κοινωνία.Αυτό σε χαλάει.Ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν έστω μια ευκαιρία.
  Γιατί σήμερα το παγκάκι θα στο πάρει ο μετανάστης αύριο ο άνεργος, μετά ο απολυμένος, έπειτα ο απαίδευτος.Γιατί έτυχε να είναι τώρα, όσα φοβήθηκες να αντιμετωπίσεις.Και φοβάσαι.Και εσύ θα τον κατηγορήσεις για αυτό.Για αυτό και δεν χωράει ειδικά εδώ και ειδικά τώρα ο ρατσισμός.
  Αυτό δεν αντέχω στην Αθήνα και περιμένω την ευκαιρία να φύγω.Ότι είναι η πόλη της συσσωρευόμενης δυστυχίας, της αποξένωσης, του λοξού βλέμματος.Της απάθειας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου